🎙️ XANTHI24 RADIO
🔴 LIVE

Doomscrolling. Η Απόλαυση της Καταστροφής

14:15


Πώς μάθαμε να τρεφόμαστε με τον τρόμο των άλλων και να το βαφτίζουμε ενημέρωση/διασκέδαση.

Είναι περασμένα μεσάνυχτα και το δάχτυλό μας ολισθαίνει ασταμάτητα πάνω σε μια γυάλινη επιφάνεια που φωτίζει το πρόσωπό μας σαν φάρος ναυαγίου. Πληθωρισμός. Πόλεμος. Ενεργειακή κρίση. Ένα ακόμα έγκλημα σε μια γειτονιά που δεν είναι ακριβώς η δική μας αλλά μοιάζει αρκετά για να μας τρομάξει. Δεν κοιμόμαστε. Δεν σταματάμε. Και το χειρότερο απ' όλα είναι πως δεν θέλουμε πραγματικά να σταματήσουμε. Κάπου μέσα στη νύχτα έχουμε γίνει πιστοί μιας θρησκείας που δεν διαλέξαμε ποτέ συνειδητά, εκείνης της συνεχούς παρακολούθησης της καταστροφής, και αναρωτιόμαστε το πρωί, με μάτια πρησμένα από την αϋπνία, τι στην ευχή μας κάνει και επιμένουμε.

Η λέξη doomscrolling δεν είναι τόσο παλιά όσο η συνήθεια που περιγράφει. Εμφανίστηκε πρώτη φορά σε ένα tweet του 2018 και αποδίδεται συνήθως στον Ashik Siddique, σημερινό συμπρόεδρο των Δημοκρατικών Σοσιαλιστών της Αμερικής, που έπλασε τον όρο σχεδόν παιχνιδιάρικα χωρίς να φαντάζεται πως θα γινόταν λεξικογραφικό τεκμήριο μιας ολόκληρης εποχής. Για δύο περίπου χρόνια η λέξη κοιμήθηκε ήσυχα στις παρυφές του διαδικτύου μέχρι να έρθει η άνοιξη του 2020 και μαζί της η πανδημία που μας έκλεισε στα σπίτια μας με μόνη παρέα μια οθόνη.

Τότε η δημοσιογράφος Karen Ho άρχισε να δημοσιεύει τακτικές υπενθυμίσεις καλώντας τους ανθρώπους να σταματήσουν το ατελείωτο σκρολάρισμα ανάμεσα σε ειδήσεις για νεκρούς και lockdown και να πάνε επιτέλους να κοιμηθούν. Η ειρωνεία είναι πως η ίδια η προσπάθειά της να μας απεξαρτήσει έδωσε όνομα, και επομένως υπόσταση, στο φαινόμενο. Μέσα στο 2020 η λέξη κατέκτησε το λεξιλόγιο εφημερίδων και λεξικών, το Dictionary.com την ανέδειξε σε τάση του Αυγούστου, το αυστραλιανό λεξικό Macquarie την ονόμασε λέξη της χρονιάς, και τρία χρόνια αργότερα, το 2023, το Merriam Webster την καθιέρωσε επίσημα ως αγγλικό λήμμα, αναγνωρίζοντας πως αυτό που ξεκίνησε ως ατομική κακή συνήθεια είχε γίνει πια συλλογική διάγνωση.

Όμως η ίδια η ουσία του φαινομένου δεν γεννήθηκε το 2018. Γεννήθηκε όταν ο πρώτος πρόγονός μας άκουσε έναν θόρυβο στους θάμνους και επέλεξε να τον προσέξει αντί να τον αγνοήσει, γιατί εκείνος που αγνοούσε τον κίνδυνο συνήθως δεν πρόλαβε να μεταδώσει τα γονίδιά του. Αυτή η προκατάληψη προς το αρνητικό, γνωστή στην ψυχολογία ως negativity bias, μας έκανε επιζήσαντες. Σήμερα μας κάνει απλώς αϋπνους. Ο εγκέφαλός μας δεν έμαθε ποτέ να ξεχωρίζει ανάμεσα σε μια τίγρη που καιροφυλακτεί στη σαβάνα και σε μια ειδοποίηση για την τιμή του φυσικού αερίου, και έτσι αντιδρά με την ίδια ένταση εγρήγορσης σε κάθε τι που μυρίζει απειλή, ακόμα κι αν αυτή βρίσκεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά και δεν μπορούμε να κάνουμε απολύτως τίποτα γι' αυτήν.

Αν ψάξουμε λίγο πιο πίσω θα βρούμε πως ο Κάρολος Ντίκενς είχε ήδη τον δέκατο ένατο αιώνα εκφράσει τη φρίκη του για τον αμερικανικό τύπο της εποχής του, που τάιζε το κοινό με σκάνδαλα και τραγωδίες σε όγκο που θεωρούσε ανθυγιεινό για την ψυχή. Η ανθρώπινη λαχτάρα για την είδηση της συμφοράς δεν είναι λοιπόν εφεύρεση των smartphones. Είναι απλώς η πιο πρόσφατη μετενσάρκωση μιας πολύ παλιάς αδυναμίας που άλλαξε όχημα, από την τυπωμένη σελίδα στο ραδιόφωνο, από το ραδιόφωνο στην τηλεόραση των είκοσι τεσσάρων ωρών και από εκεί στην παλάμη του χεριού μας, όπου δεν χρειάζεται πια καν να ανάψουμε συσκευή. Αρκεί να ξυπνήσουμε.

Στην Ελλάδα του 2026 το θέατρο αυτό παίζεται καθημερινά με νέους πρωταγωνιστές. Η ακρίβεια στα ράφια των σουπερμάρκετ, ο λογαριασμός του ρεύματος που φτάνει σαν καταδικαστική απόφαση, ο πόλεμος που μαίνεται λίγες ώρες πτήσης μακριά μας και το έγκλημα που συνέβη σε μια γειτονιά που θα μπορούσε να είναι η δική μας, αποτελούν το σύγχρονο ρεπερτόριο μιας παράστασης που δεν κατεβαίνει ποτέ από τη σκηνή. Ανοίγουμε την οθόνη το πρωί όπως παλιά ανοίγαμε τα παντζούρια, όχι για να δούμε τον καιρό αλλά για να μετρήσουμε πόσο χειρότερος έγινε ο κόσμος τη νύχτα που κοιμόμασταν.

Το ερώτημα που βασανίζει είναι γιατί επιμένουμε. Μια εξήγηση λέει πως έχουμε αναπτύξει κάποιου είδους μαζοχιστική τάση, πως απολαμβάνουμε τον πόνο σαν να είναι το μόνο συναίσθημα αρκετά δυνατό για να διαπεράσει τη μούδιαση της καθημερινότητάς μας. Μια άλλη, πιο ανθρώπινη ίσως εξήγηση, λέει πως όταν βλέπουμε τη συμφορά να χτυπάει την πόρτα του διπλανού και όχι τη δική μας νιώθουμε μια ανακούφιση που ντρεπόμαστε να ονομάσουμε, μια σιωπηλή ευγνωμοσύνη που μοιάζει επικίνδυνα με χαιρεκακία. Οι κοινωνικοί ψυχολόγοι το ονομάζουν φαινόμενο της καθοδικής σύγκρισης, τη διαδικασία δηλαδή με την οποία συγκρίνουμε τη μοίρα μας με κάποιον χειρότερο για να νιώσουμε καλύτερα για τη δική μας. Και η αλήθεια είναι πως η σύγκριση αυτή λειτουργεί σαν ένα ήσυχο ναρκωτικό που μας ξεκουράζει χωρίς να μας γιατρεύει.

Υπάρχει όμως και μια τρίτη διάσταση, πιο σκοτεινή από τις δύο προηγούμενες. Όταν βλέπουμε τον θάνατο και την καταστροφή στην οθόνη θυμόμαστε, έστω κι αν δεν το ομολογούμε, τη δική μας θνητότητα, και το παρακολουθούμε ξανά και ξανά σαν τελετουργία εξορκισμού, σαν να λέμε στον εαυτό μας πως όσο βλέπουμε τον κίνδυνο από απόσταση ασφαλείας κρατάμε κάποιον έλεγχο πάνω του. Ερευνητές που μελετούν τη συμπεριφορά αυτή περιγράφουν μια ψευδαίσθηση ελέγχου, την πεποίθηση πως η γνώση της απειλής μας προετοιμάζει γι' αυτήν, ενώ στην πραγματικότητα η μόνη προετοιμασία που πετυχαίνουμε είναι η εξάντληση του νευρικού μας συστήματος.

Δεν πρέπει βέβαια να ξεχνάμε πως απέναντί μας δεν στέκεται μόνο η ανθρώπινη φύση αλλά και μια ολόκληρη βιομηχανία που έμαθε να την εκμεταλλεύεται με μαθηματική ακρίβεια. Κάθε αλγόριθμος που μας προτείνει το επόμενο βίντεο έχει μάθει πως ο φόβος κρατάει το βλέμμα μας κολλημένο περισσότερο από τη χαρά. Κάθε τίτλος ειδήσεων έχει βελτιστοποιηθεί ώστε να μας τσιμπήσει σαν αγκίστρι πριν προλάβουμε καν να σκεφτούμε αν μας ενδιαφέρει πραγματικά το περιεχόμενο. Δεν είμαστε λοιπόν απλώς θύματα του ίδιου μας του εγκεφάλου. Είμαστε και πελάτες μιας αγοράς που πουλάει τρόμο με μετρική τον χρόνο παραμονής, και όσο πιο τρομαγμένοι μένουμε τόσο πιο πολύτιμοι γινόμαστε γι' αυτήν.

Στο πρακτικό επίπεδο η λύση δεν είναι τόσο δραματική όσο το πρόβλημα. Μπορούμε να ορίσουμε συγκεκριμένες ώρες της ημέρας για την ενημέρωσή μας αντί να αφήνουμε την είδηση να μας κυνηγάει ασταμάτητα μέσω ειδοποιήσεων. Μπορούμε να διαγράψουμε λογαριασμούς που ζουν αποκλειστικά από τον πανικό. Μπορούμε να διδάξουμε στον εαυτό μας και στα παιδιά μας τη βασική διάκριση ανάμεσα σε αυτό που είναι σημαντικό να γνωρίζουμε και σε αυτό που απλώς μας κρατάει σε εγρήγορση χωρίς λόγο. Ακόμα και η απλή συνήθεια να αφήνουμε το κινητό έξω από το υπνοδωμάτιο αποδεικνύεται πράξη αντίστασης απέναντι σε έναν ολόκληρο μηχανισμό σχεδιασμένο να μας κρατάει ξύπνιους.

Στο βαθύτερο όμως επίπεδο, εκεί που η τεχνική δεν φτάνει, χρειαζόμαστε κάτι που οι πρόγονοί μας γνώριζαν καλά. Ο Επίκτητος μας δίδαξε πως η ηρεμία μας εξαρτάται από τη σαφή διάκριση ανάμεσα σε όσα βρίσκονται στο χέρι μας και σε όσα δεν βρίσκονται, και ελάχιστα από όσα βλέπουμε στην οθόνη το βράδυ ανήκουν πραγματικά στην πρώτη κατηγορία. Ο Επίκουρος με τη σειρά του δεν κήρυττε την αδιαφορία για τον κόσμο αλλά την αταραξία, εκείνη τη γαλήνη που δεν προέρχεται από την άγνοια αλλά από τη σοφή επιλογή του τι αξίζει τον πόνο μας. Και πάνω απ' όλα οι αρχαίοι μάς κληροδότησαν την έννοια του μέτρου, εκείνη τη μεσαία οδό ανάμεσα στην πλήρη άγνοια και στην ολοκληρωτική βύθιση, όπου μπορούμε να είμαστε ενημερωμένοι πολίτες χωρίς να γινόμαστε δούλοι της κάθε ειδοποίησης.

Ίσως τελικά η απάντηση στο ερώτημα αν είμαστε μαζοχιστές ή απλώς ανακουφισμένοι που η συμφορά χτύπησε τον διπλανό να μην έχει και τόση σημασία. Σημασία έχει το πόσο καιρό ακόμα θα δεχόμαστε να ζούμε μέσα σε αυτή την τελετουργία της αγωνίας, νομίζοντας πως η συνεχής παρακολούθηση του κακού μάς κάνει καλύτερους πολίτες, ενώ στην πραγματικότητα μας αφήνει απλώς πιο κουρασμένους, πιο καχύποπτους και λιγότερο ικανούς να δράσουμε όταν πραγματικά χρειάζεται. Το ρολόι δείχνει και πάλι περασμένα μεσάνυχτα. Το δάχτυλό μας στέκεται μια στιγμή πάνω από την οθόνη. Ίσως, μόνο ίσως, αυτή τη φορά να το αφήσουμε εκεί.

* Αντώνης Βαρβατσούλιας,
πολιτισμικός ερευνητής/public relation specialist.

Παραπομπές

Wikipedia. «Doomscrolling». Άρθρο σχετικά με την προέλευση του όρου και την απόδοσή του στον Ashik Siddique, 2018.

Johnson, B. K., Sharma, B., Lee, S. S. Έρευνα του Πανεπιστημίου της Φλόριντα για τη συμπεριφορά του doomscrolling ως ξεχωριστό ψυχολογικό φαινόμενο, University of Florida News, 2022.

Wright, A. «A Brief History of Doomscrolling». Hidden Frequencies, 2025. Αναφορά στον ρόλο της δημοσιογράφου Karen Ho και στην ιστορική παράλληλη περίπτωση του Charles Dickens.

Reference.org. «Doomscrolling». Στοιχεία για την καθιέρωση του όρου από το Merriam Webster (2023), το Macquarie Dictionary (2020) και το Dictionary.com (2020).

Bartlett, E. «Doomscrolling is Draining Your Mental Health. Here's How to Stop». Bryant University News, 2025. Δήλωση του καθηγητή ψυχολογίας Joseph Trunzo για την ψευδαίσθηση ελέγχου.

Festinger, L. «A Theory of Social Comparison Processes». Human Relations, 1954. Θεμελιώδης αναφορά για τη θεωρία της κοινωνικής σύγκρισης.

Επίκτητος. Εγχειρίδιον. Για τη διάκριση ανάμεσα σε όσα εξαρτώνται και σε όσα δεν εξαρτώνται από εμάς.

Επίκουρος. Επιστολή προς Μενοικέα. Για την έννοια της αταραξίας.

Share this

Related Posts

Previous
Next Post »

ΑΚΟΥΣΤΕ ΟΝLINE ΤΟ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΣΑΣ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ ή ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ